Σελίδες

Μέσα από μάτια ξένα, μάτια περαστικά.

 


Δεν γεννηθήκαμε εδώ, κι όμως, πώς πονάμε…

Μέσα από μάτια ξένα, μάτια περαστικά,

μάθαμε τη δική σου αλήθεια να μετράμε,

σε δρόμους που στενάζουνε βουβά.

Φελίνι, Παζολίνι, Σκόλα και τόσοι άλλοι,

είδαν το δάκρυ κάτω απ’ τη βαριά σου σκόνη,

κι ο Αμπάτε τώρα, με μια διαύγεια μεγάλη,

το ξέφτισμα του μύθου σου ξεγυμνώνει.


---


Ω, Φιουμιτσίνο, πύλη του χαοτικού θανάτου,

εκεί που οι αποσκευές γυρίζουν σα χαμένες ψυχές,

καλωσόρισμα πικρό, εισαγωγή του θράσους,

σε μια πρωτεύουσα γεμάτη ανοιχτές πληγές.

Λακκούβες δολοφονικές, παγίδες στην άσφαλτο κρυμμένες,

και αυτοκίνητα παρκαρισμένα στην τρίτη σειρά,

μπροστά από μπαρ, όπου οι μοναξιές στοιβαγμένες

πίνουν τον πρωινό καφέ με μια βουβή απελπισία.


---


Κλαις, Ρώμη, κάτω από τα ξέθωρα γραπτά σου,

κάτω από το βάρος των Ολομορίων Συγχωροχαρτιών.

Οι εκκλησίες σου άδειασαν, χάθηκε η πίστη σου,

έμειναν μόνο οι σκιές των παλαιών πιστών.

Τα προξενικά γραφεία γέμισαν με ήχους από τσόκαρα,

μια γραφειοκρατία που πνίγει κάθε ζωντανή πνοή,

κι εσύ, βυθίζεσαι σε εγκλήματα αναπάντητα,

σε αμνηστίες που ξεπλένουν την πιο μαύρη ενοχή.


---


Ιδιοκτήτες κτιρίων, άπληστοι και ανέκφραστοι,

προκριματικά παιχνίδια εξουσίας στο σκοτάδι,

στοές της P2, της P3, και ο τρόμος των P38…

ένα αιώνιο, ατελείωτο, πολιτικό πηγάδι.

Πού πήγε η ομορφιά; Πού κρύφτηκε το φως;

Από τα θεϊκά δωμάτια του Ραφαήλ, γεμάτα δέος,

στα δωμάτια του Παλάτσο Γκρατσιόλι, όπου ο ξεπεσμός

έγινε ο κανόνας, ο καθημερινός μας νόμος.


---


Η ιερότητα και η πολυετής βεβήλωση,

δυο αδέλφια εχθρικά που κυνηγιούνται ανελέητα,

στους δρόμους σου, στους λόφους σου, στην ιστορία σου,

αφήνοντας τις καρδιές μας ανυπεράσπιστα έκθετες.

Κι εμείς κοιτάμε αυτή την ξενάγηση της παρακμής,

με ένα χαμόγελο πικρό, με έκπληξη και πόνο,

γιατί μας δείχνει όλα όσα αρνούμασταν να δούμε:

πως η Ρώμη πεθαίνει, κι εμείς μετράμε τον χρόνο.


---


Κι όμως, Fulvio, μέσα στο θρήνο αυτού του χάους,

σε ευχαριστούμε που δεν μας έκρυψες την ασχήμια,

γιατί μόνο αν κλάψεις για την πόλη των αυτοκρατόρων,

μπορείς να νιώσεις, έστω για λίγο, τη χαμένη της μαγεία.

Οι ξεχασμένες πόρτες.

 


Στην καρδιά μιας παλιάς πόλης, καλυμμένης από τον έρποντα κισσό και τους ψιθύρους του χρόνου, υπήρχαν μια σειρά από πόρτες. Καθένα σκαλίστηκε από τα όνειρα εκείνων που κάποτε ζούσαν εκεί, περίπλοκες και τολμηρές, ψιθυριστές ιστορίες του παρελθόντος. Εγώ, με συλλεκτικό πάθος, πάντα διάλεγα τα κλειδιά με την ίδια προσοχή που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει για να επιλέξει ένα εξαιρετικό έργο τέχνης. Κάθε κλειδί ήταν περίτεχνα φτιαγμένο, τολμηρό στο σχεδιασμό, σαν να μπορούσαν με την πολυπλοκότητά τους να ξεκλειδώσουν βαθύτερα μυστικά. 

Οι μονόλογοι του ανέμου.

 


Σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις διαθέτουν τη δύναμη να σχηματίζουν και να διαλύουν πραγματικότητες, η Εύα, μια νεαρή γυναίκα με την ικανότητα να διαβάζει τις αυλαίες του κόσμου, βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο σκοτεινή πλευρά της γλώσσας. Μειλίχιες και λεπτές οι ματιές της, καθώς περπατά ανάμεσα στις δίνες των λέξεων, ανακαλύπτει πως αυτές κρύβουν μια 

Το μοναστήρι και ο φάρος.


Κάποτε στην ακτή της Βρετάνης, υπήρχε ένας πανέμορφος φάρος που προστάτευε τους ναυτικούς από τους πανούργους βράχους και τα επικίνδυνα ρεύματα. Συνδυασμένος με ένα παναρχαίο μοναστήρι, ο φάρος αποτελούσε μια πύλη μεταξύ του πνευματικού και του ορατού κόσμου. Ο άρχοντας του φάρου, ο Ηλίας, ήταν ένας άνδρας με βαθιά μάτια σαν τον ωκεανό, που έφερε το